Η οικονομία της ΕΕ αφού γνώρισε τη σοβαρότερη ύφεση στην ιστορία της το 2010,  για το 2011 προβλέπεται ανάκαμψη της τάξης του 1¾ % . Έτσι οι εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής επιβεβαιώνονται.

Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας έχουν παρουσιάσει πρόσφατα ορισμένες ενδείξεις σταθεροποίησης, και το ποσοστό της ανεργίας αναμένεται να κορυφωθεί σε επίπεδο το οποίο θα είναι χαμηλότερο σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις, πλησιάζοντας εντούτοις στην ΕΕ το 10%.

Τα τελευταία δημοσιονομικά μέτρα που θεσπίστηκαν, διαδραμάτισαν μεν καθοριστικό ρόλο για την ανάταξη της οικονομίας της ΕΕ, αλλά προκάλεσαν αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, με αποτέλεσμα να αναμένεται για το 2011 μια  μικρή μείωση.

Σύμφωνα με τον Επίτροπο της ΕΕ, και αρμόδιο για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις, Όλι Ρεν, οι βελτιωμένες προοπτικές όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη κατά το τρέχον έτος, αποτελούν θετικό στοιχείο για την Ευρώπη. Ο κ. Ρεν σημείωσε εξάλλου, πως τώρα πρέπει να καταλάβουμε ότι η ανάπτυξη δεν θα εκτροχιαστεί εξαιτίας κινδύνων που σχετίζονται με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η ανάκαμψη προβάλλει  βαθμιαία  μετά την κρίση

Παρόλο που οι πολύ βραχυπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές, παραμένουν υποτονικές, σε συνολικό επίπεδο αναμένεται μικρή βελτίωση σε σύγκριση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις. Αυτό προκύπτει από την ισχυρότερη ανάκαμψη της συνολικής δραστηριότητας και του εμπορίου στις αρχές του έτους, και τις βελτιωμένες εξωτερικές προοπτικές. Σε ευρύτερο χρονικό ορίζοντα, η οικονομία της ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολίες σε πολλά μέτωπα οι οποίες αναμένεται να αναχαιτίσουν τη ζήτηση. Τα χαρακτηριστικά αυτής της ανάκαμψης είναι πιθανό να επηρεαστούν, σε κάποιο βαθμό, από διάφορους προσωρινούς παράγοντες, είτε αυτοί έχουν μετεωρολογικό ή κυκλικό χαρακτήρα, είτε οφείλονται στις ασκούμενες πολιτικές. Καθώς θα μετριάζονται αυτά τα αποτελέσματα, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να αποκτήσει σταθερότερο χαρακτήρα μόλις στα τέλη του 2010. 

Αυτό οφείλεται στο πολύ χαμηλό επίπεδο χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας που εξακολουθεί να υφίσταται, στη μεγαλύτερη απροθυμία ανάληψης κινδύνου που αναστέλλουν τις επενδύσεις, καθώς και στην υποτονική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η τόνωση της κατανάλωσης εμποδίζεται επίσης από την ανεπαρκή αύξηση των μισθών και της απασχόλησης, και σε ορισμένες χώρες, από τις διορθώσεις που συντελούνται στη στεγαστική αγορά.

Πιέσεις στην αγορά εργασίας και στα δημόσια οικονομικά

Παρά τη σημαντική τους έκταση, οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας της ΕΕ φαίνονται κάπως μικρότερες απ’ ό,τι αναμενόταν αρχικά. Αυτό οφείλεται μεν στη χρήση βραχυπρόθεσμων μέτρων και στη συσσώρευση εργατικού δυναμικού σε ορισμένα κράτη μέλη, αλλά και σε παλαιότερες μεταρρυθμίσεις. Πρόσφατα άρχισαν να εμφανίζονται δείγματα σταθεροποίησης, ενώ οι προοπτικές έχουν βελτιωθεί σε σύγκριση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις. Ωστόσο, λόγω της συνήθους χρονικής υστέρησης μεταξύ των εξελίξεων στην πραγματική οικονομία και στην αγορά εργασίας, η απασχόληση αναμένεται να συμπιεστεί κατά 1% ετησίως το τρέχον έτος, και η αυξητική της πορεία δεν προβλέπεται να αρχίσει πριν από το 2011. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο 10% – ήτοι χαμηλότερο κατά μισή ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις – στην ΕΕ, παρόλο που η κατάσταση παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ κρατών μελών.

Η ύφεση είχε σημαντικές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά

Λόγω της λειτουργίας των αυτόματων σταθεροποιητών και των μέτρων διακριτικής ευχέρειας που ελήφθησαν για τη στήριξη της οικονομίας στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού σχεδίου για την ανάκαμψη της οικονομίας, το δημοσιονομικό έλλειμμα τριπλασιάστηκε από το 2008. Το έλλειμμα προβλέπεται να κορυφωθεί το τρέχον έτος στην ΕΕ (φθάνοντας σε 7¼ % του ΕΕΠ) και να παρουσιάσει μικρή βελτίωση το 2011 (περίπου 6½ %). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη λήξη των προσωρινών μέτρων στήριξης και στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Εντούτοις, ο λόγος του δημόσιου χρέους θα συνεχίσει να ακολουθεί αυξητική πορεία. Το κατά μέσο όρο υψηλό και αυξανόμενο δημόσιο χρέος θα είναι η διαρκέστερη συνέπεια που μας κληροδότησε η κρίση, η οποία και θα επιβαρύνει την οικονομία πολύ πέρα από τον τρέχοντα ορίζοντα των προβλέψεων.

Ο πληθωρισμός προβλέπεται να διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα

Ο πληθωρισμός τιμών καταναλωτή σημείωσε ελαφρά αύξηση από τα πολύ χαμηλά επίπεδα που είχε καταγράψει το περασμένο έτος. Ωστόσο, η υποτονικότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την οικονομία, είναι πιθανό να συγκρατήσει, τόσο την αύξηση των μισθών, όσο και του πληθωρισμού, αντισταθμίζοντας εν μέρει την αναμενόμενη αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων και, για τη ζώνη του ευρώ, το ασθενέστερο ευρώ. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να φθάσει κατά μέσο όρο σε 1¾ % στην ΕΕ το τρέχον, αλλά και το επόμενο έτος (1½ % και 1¾ %, αντίστοιχα, στη ζώνη του ευρώ).

Η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη, οι κίνδυνοι σε μεγάλο βαθμό αλληλοεξουδετερώνονται

Η ανάκαμψη της ΕΕ συνεχίζει να περιβάλλεται επίσης από υψηλή αβεβαιότητα, όπως δείχνουν για παράδειγμα οι πρόσφατες εντάσεις στις αγορές ομολόγων του δημοσίου. Οι προβλέψεις περιβάλλονται επίσης από αβεβαιότητα, με κινδύνους οι οποίοι εν πολλοίς αλληλοεξουδετερώνονται. Καθώς η οικονομία βγαίνει από μια ύφεση που συνοδεύεται από χρηματοπιστωτική κρίση, η ανάκαμψη στηρίζεται σε κρίσιμο βαθμό από την υγεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, η οποία πρέπει να αποκατασταθεί σε γερές βάσεις. Επίσης, μια νέα διεύρυνση των παγκόσμιων ανισορροπιών θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρώπης.

Παρά τις εμφανείς ενδείξεις σταθεροποίησης, η κατάσταση της αγοράς εργασίας προβλέπεται να παραμείνει ευάλωτη. Οι εξελίξεις σε αυτό το μέτωπο θα έχουν καθοριστική σημασία για τη διαδικασία ανάκαμψης της ΕΕ, ενώ θα μπορούσαν να αποτελέσουν και πηγή αμφίρροπων εξελίξεων με πιθανότητα τόσο δυσμενέστερων όσο και ευνοϊκότερων αποτελεσμάτων σε σχέση με τις προβλέψεις – ανάλογα και με την αποτελεσματικότητα των μέτρων πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά, η βελτίωση που παρουσιάζεται στις αναδυόμενες αγορές, και η επακόλουθη ανάκαμψη του εμπορίου, θα μπορούσαν να τονώσουν περισσότερο την οικονομία της ΕΕ, σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ό,τι αναμένεται επί του παρόντος. Η πρόσφατη βελτίωση της εμπιστοσύνης (ιδίως στον τομέα της μεταποίησης) αποτελεί ένδειξη για πιθανότητα ευνοϊκότερων εξελίξεων στο άμεσο μέλλον.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της χρηματοπιστωτικής στήριξης προς την Κύπρο, αναμένεται να τονώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και των καταναλωτών. Οι κίνδυνοι όσον αφορά τον πληθωρισμό φαίνεται επίσης να αλληλοεξουδετερώνονται σε μεγάλο βαθμό.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Έχετε κάτι να πείτε;